Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

Smith Street..




Το πιο περίπλοκο περιστατικό της ζωής μου συνέβη στο δεύτερο δωμάτιο, του πρώτου ορόφου, του εγκαταλελειμένου σπιτιού της οδού Smith.
Ήταν Δευτέρα και εγώ μισούσα τις Δευτέρες. Επέστρεφα σπίτι με τον Φάνη, και όπως κάθε μέρα κάναμε σταση στο στενό της οδού “Smith”, για να καπνίσουμε. Εκεί δεν μας έβλεπε κανείς, και σπάνια περνούσαν αυτοκίνητα ή περαστικοί. Είχε γίνει το στέκι μας, το αγαπούσαμε και οι δύο.  Φυσικά, εγώ το είχα ανακαλύψει πρώτη και το έδειξα στο Φάνη αλλά αυτός ήταν πολύ ψεύτης και πάντα υποστήριζε ότι ήταν δικιά του ιδέα. 
-Ο Φάνης ήταν ο πρώτος μου φίλος. Γνωριζόμαστε από τριών χρονών. Η μαμά του ήθελε να μας παντρέψει αλλά εγώ δεν ήθελα το Φάνη. Ο Φάνης ήταν άσχημος. Μια μέρα του το’πα και ‘βαλε αμέσως τα κλάμματα το ηλίθιο. Λίγο μετά, η μαμά με έβαλε να του ζητήσω συγνώμη. Το έκανα, και από τότε δεν ξεκολλάει από πάνω μου.-
Εγώ έκανα Lucky Strike και ο Φάνης Marlboro. Θυμάμαι εκείνο το τσιγάρο ήταν βασανιστικό , δεν τελείωνε με τίποτα. Ένιωθα τα πνευμόνια μου να καίνε, τα μάτια μου άρχιζαν να δακρύζουν, σε εκείνο το σημείο το παρατήρησε και ο Φάνης. Μόλις το είχα ανάψει αλλά δεν άντεχα άλλο. Το πέταξα στη λακούβα από τη χθεσινή βροχή και ανάμεσα από το βήχα μου είπα: « Θα το κόψω». Ήθελα να φύγω αλλά αυτός δε θα το’ σβηνε ποτέ. Χωρίς δεύτερη σκέψη του το άρπαξα από το χέρι και το πάτησα κάτω, εκείνος με είπε καριόλα αλλά δεν έδωσα σημασία, ήθελα να φύγω.
Προχωρήσαμε 10 μέτρα παρακάτω και σταθήκαμε έξω από το «Νεκρόσπιτο». Έτσι είχαν ονομάσει το εγκαταλελειμένο σπίτι της οδού Smith οι παλιοί. Λέγανε πως όταν μπαίνεις εκεί μέσα βρίσκεις απάντηση στα ερωτήματά σου. Αλλά είναι τόσο άδειο που μοιάζει τρομακτικό. Σου κόβει την ανάσα, τη μιλιά. Όλα εκεί μέσα είναι νεκρά. Φυσικά δε θα έβγαινε ο μπαμπούλας από την παλιά ντουλάπα, ούτε ήταν στοιχειωμένο. Απλώς κανείς δεν ήξερε πώς και γιατί υπήρχε εκείνο το σπίτι. Πάντα το ‘χα περιέργεια, τι 
να έχει μέσα; Τι βρίσκεις εκεί;


Φαινόμουν υπνοτισμένη και ούτε εγώ δεν είχα καταλάβει ότι έκανα αρκετά βήματα προς την καγκελόπορτα. Ο Φάνης άρχισε να μου φωνάζει. Με ρώταγε αν είμαι τρελή. Αν θέλω να πεθάνω. Τον κοίταξα με ένα άγριο και κακό βλέμμα και του είπα: «Παράτα με». Εκείνος δεν απάντησε. Μπήκα μέσα. Πολύ σκοτάδι αλλά κάτι έπαιρνε το μάτι μου και αυτό που μου τράβηξε αμέσως την προσοχή ήταν ένα τεράστιο πιάνο. Πήγα προς το μέρος του όμως φοβόμουν να το ακουμπήσω. Ήταν υπέροχο! Ανέβηκα τη σκάλα, έτριζε.Το πρώτο δωμάτιο ήταν ενός παιδιού είχε αμέτρητα παιχνίδια όπως τουβλάκια στρατιωτάκια κι άλλα πολλά, πεταμένα στο πάτωμα. Λες και έφυγαν πριν  λίγο και δεν πρόλαβαν να τα μαζέψουν. Το άλλο δωμάτιο ήταν το διπλό των γονιών. Περίεργο αλλά ένιωθα σαν να επικοινωνώ με τα έπιπλα. Ξάπλωσα αργά και απαλά στο κρεβάτι και απλά κοιτούσα το φαγομένο απ’τα χρόνια ταβάνι. Αποκοιμήθηκα.

Ξύπνησα στις εφτά το απόγευμα την ίδια μέρα στο σπίτι του Φάνη και η μαμά ήταν ακριβώς δίπλα μου. Φαινόταν σαν να έκλαιγε για ώρες. Δεν θυμόμουν τι έγινε πάντως η μαμά μου είπε πως δεν ξυπνούσα με τίποτα όταν ήρθαν να με βρουν. Μου απαγόρευσε να ξαναπάω στο «Νεκρόσπιτο» και δεν έχω ξαναμπεί. Βάβαια, καμιά φορα περνάμε το Φάνη και το κοιτάμε. Η αλήθεια είναι πως μέσα στο «Νεκρόσπιτο» δεν βρήκα ούτε απαντήσεις, ούτε φόβο, ούτε τίιποτα τέτοιο. Βρήκα γαλήνη. Άκουγα μουσικές, φωνές, γέλια. Για όλους όσους είχαν μπει στο «Νεκρόσπιτο» αυτό έμοιαζε τόσο άδειο και νεκρό. Για ‘μένα ήταν γεμάτο συναισθήματα και καταστάσεις, και ολοζώντανο.
Λίγους μήνες μετά είδαμε ένα κύριο να μπαίνει και να βγαίνει με κάτι κούτες. Το είπαμε στην αστυνομία αλλά δεν μας πήραν στα σοβαρά, ειδικά όταν ο Φάνης τους είπε πως μάλλον ήταν πνεύμα ή εξωγήινος. Ο Δήμαρχος αποφάσισε να το κατεδαφίσει, έτσι και έγινε! Εμείς δεν ξαναπήγαμε σε εκείνο το στενό, από ‘κείνη την ημέρα υπήρχαν συνεχώς αστυνομικοί. Δεν ήταν  πια μυστικό, ούτε δικό μας! Το κάπνισμα το έκοψα,δεν μου πρόσφερε τίποτα ξεχωριστό και μοναδικό πλέον. Η  ζωή κυλούσε ήρεμα και φυσιολογικά, δεν έπαυα όμως να σκέφτομαι την ημέρα που μπήκα στο «Νεκρόσπιτο», πόσο με άλλαξε..

Δύο χρόνια αργότερα ο Φάνης μπλέκει με ναρκωτικά και παθιάζεται ολοένα και πιο πολύ. Νιώθω ότι χάνω τον μοναδικά κοντινό μου φίλο. Είχε παραμεγαλώσει για να ασχολείται μαζί μου. Η μάνα του το ήξερε αλλά πλέον  δε μπορούσε να του πει κάτι.  Μια μέρα με πήρε τηλέφωνο και ζητούσε βοήθεια για κάτι, κάτι που δεν μπόρεσα να καταλάβω ποτέ. Η γραμμή κόπηκε και ύστερα από λίγο το κινητό μου έκλεισε από μπαταρία.  Ο Φάνης βρέθηκε, μετά από 7 ώρες, νεκρός σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Όχι δεν έκλαψα. Ήξερα πως θα έρθει η μέρα που θα συναντηθούμε και πάλι. Το μόνο που είχε ξεμείνει στη ζωή μου ήταν εφιάλτες!